Γιατί χρειαζόμαστε μια επανάσταση
Επανάσταση είναι ο πλήρης μετασχηματισμός του τρόπου με τον οποίο ζούμε, εργαζόμαστε και σχετιζόμαστε μεταξύ μας. Οι περισσότερες επαναστάσεις είναι πολιτικές επαναστάσεις.
Αναδιατάσσουν το ποιος μας κυβερνά, αλλά αφήνουν ανέγγιχτες τις βαθύτερες δομές της καταπίεσης. Μια κοινωνική επανάσταση προχωράει παραπέρα, αλλάζοντας τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις, μοιράζονται οι πόροι και κατανέμεται η εξουσία.
Μια κοινωνική επανάσταση περιγράφει την εργατική τάξη που παίρνει τον συλλογικό έλεγχο της παραγωγής, της διανομής και της καθημερινής ζωής. Είναι οι άνθρωποι της δουλειάς που παίρνουν τώρα τις αποφάσεις, στους χώρους εργασίας και στις κοινότητές τους. Είναι ένας κόσμος χτισμένος με βάση την αρχή: από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του.
Για κάποιους, αυτό ακούγεται ουτοπικό. Αλλά αυτό που είναι πραγματικά ουτοπικό είναι η πεποίθηση ότι μπορούμε να ψηφίσουμε ή να μεταρρυθμιστούμε για να ξεφύγουμε από ένα σύστημα που βασίζεται στην εκμετάλλευση.
Ο καπιταλισμός δεν είναι προβληματικός
Ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα που βασίζεται στην ανισότητα, τον εξαναγκασμό και την ατελείωτη ανάπτυξη. Η βία του είναι τόσο θεαματική όσο και καθημερινή: βόμβες που πέφτουν σε ένα μέρος, πείνα σε ένα άλλο, ειδοποιήσεις έξωσης που στέλνονται σιωπηλά με email ενώ τα σπίτια μένουν άδεια.
Ο καπιταλισμός δεν χρειάζεται να είναι κακοδιαχειρισμένος για να καταστρέψει ζωές. Δεν μπορεί να γίνει πράσινος, ηθικός ή δίκαιος. Δεν μπορεί να σταματήσει τη λεηλασία της γης, της εργασίας, του πλανήτη, γιατί δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς λεηλασία: λίθιο από αποικιοκρατούμενα εδάφη, εργασία από εξαντλημένα σώματα.
Οι μεταρρυθμίσεις δεν αρκούν
Κάθε μεταρρύθμιση που κερδίσαμε, έπρεπε να την αποσπάσουμε από τα χέρια του κεφαλαίου. Είναι παραχωρήσεις, όχι δώρα, που επιβάλλονται από τον οργανωμένο, διαρκή αγώνα της εργατικής τάξης. Όταν αυτός ο αγώνας εξασθενεί, το κεφάλαιο παίρνει πίσω όλα όσα το αναγκάσαμε να παραχωρήσει.
Γι' αυτό υποστηρίζουμε τις μεταρρυθμίσεις αλλά απορρίπτουμε τον ρεφορμισμό. Η πεποίθηση ότι αυτό το σύστημα μπορεί σταδιακά να μετατραπεί σε κάτι δίκαιο είναι παγίδα. Αγωνιζόμαστε για μεταρρυθμίσεις όχι για να μπαλώσουμε τον καπιταλισμό, αλλά για να χτίσουμε την εμπιστοσύνη, την οργάνωση και τη δύναμη μέσα στην εργατική τάξη, ώστε να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε και να διαλύσουμε το ίδιο το σύστημα.
Το κεφάλαιο δεν θα φύγει ήσυχα
Η άρχουσα τάξη θα αντισταθεί σε οτιδήποτε απειλεί τον έλεγχό της με όλη τη βία που μπορεί να συγκεντρώσει. Θα εγκαταλείψουν κάθε δημοκρατικό πρόσχημα και θα απελευθερώσουν την πλήρη δύναμη του κράτους για να προστατεύσουν τον πλούτο τους. Αν αυτό σημαίνει να κλείσουν τα κοινοβούλια, να υποστηρίξουν φασιστικά πραξικοπήματα ή να πνίξουν στο αίμα μαζικά κινήματα, δεν θα διστάσουν.
Αυτό δεν συνοδεύεται πάντα από σφαίρες. Το κεφάλαιο λιμοκτονεί επίσης για να υποταχθεί μέσω κυρώσεων, παγίδων χρέους και οικονομικών αποκλεισμών. Όταν διακυβεύεται το κέρδος, κανένας νόμος, σύνταγμα ή εκλογή δεν είναι ιερός.
Η ιστορία το αποδεικνύει αυτό. Από τη Χιλή μέχρι την Ινδονησία και την Αυστραλία, τη στιγμή που ένα κίνημα γίνεται πραγματική απειλή για το κεφάλαιο, οι μάσκες πέφτουν.
Στη Χιλή, ο Σαλβαδόρ Αλιέντε προσπάθησε να φέρει τον σοσιαλισμό μέσω της κάλπης. Γι' αυτό τον αντιμετώπισαν με τανκς και πυροβολισμούς. Η CIA υποστήριξε ένα πραξικόπημα, ο στρατός κατέλαβε την εξουσία και χιλιάδες εργάτες και φοιτητές συνελήφθησαν, βασανίστηκαν και εκτελέστηκαν. Τα όνειρα ενός «δημοκρατικού» σοσιαλισμού θάφτηκαν σε μαζικούς τάφους.
Στην Ινδονησία, οι ΗΠΑ εξόπλισαν και υποστήριξαν το στρατό του στρατηγού Suharto, καθώς αυτός πραγματοποίησε μια από τις πιο φρικιαστικές σφαγές του 20ού αιώνα. Πάνω από ένα εκατομμύριο κομμουνιστές, συνδικαλιστές και οποιοσδήποτε ήταν ύποπτος για συμπάθεια προς αυτοούς σφαγιάστηκαν για να προστατευθούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Οι Αυστραλοί διπλωμάτες και πολιτικοί είχαν πλήρη επίγνωση της κλίμακας της βίας. Την επαίνεσαν ως «μεγάλη νίκη», ενώ παρείχαν προπαγάνδα, πληροφορίες και διπλωματική κάλυψη στο καθεστώς.
Στην ίδια την Αυστραλία, διατηρήθηκε το ίδιο μοτίβο. Ακόμη και οι ήπιες μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης Whitlam προκάλεσαν πανικό. Οι επενδύσεις στέρεψαν, τα μέσα ενημέρωσης έγιναν εχθρικά και ο συνήθως τελετουργικός Γενικός Κυβερνήτης παρενέβη για να απολύσει την κυβέρνηση Whitlam.
Γιατί λοιπόν επανάσταση;
Κανένας νόμος δεν μπορεί να καταργήσει τον καπιταλισμό. Κανένα κόμμα δεν μπορεί να μας βγάλει από την κλιματική κατάρρευση. Καμία γραφειοκρατία δεν μπορεί να διαλύσει το σύστημα που δημιούργησε αυτή την κρίση.
Χρειαζόμαστε μια επανάσταση όχι επειδή είμαστε ιδεαλιστές, αλλά επειδή είμαστε ρεαλιστές. Η φτώχεια, ο ιμπεριαλισμός και η οικολογική κατάρρευση δεν είναι σφάλματα του συστήματος. Είναι το σύστημα.
Η επανάσταση δεν είναι ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά μια διαδικασία ρήξης και ανοικοδόμησης. Αν θέλουμε έναν κόσμο οργανωμένο γύρω από τη ζωή αντί για το κέρδος, πρέπει να οικοδομηθεί από την αρχή, μέσω της συλλογικής δύναμης της εργατικής τάξης.
Κάποιοι υποστηρίζουν ότι μπορούμε να το κάνουμε αυτό χρησιμοποιώντας το κράτος, αλλά το κράτος δεν είναι ουδέτερο. Ξανά και ξανά, οι αριστεροί που εισέρχονται στο κράτος βρίσκουν τον εαυτό τους να συντρίβεται, να συνεταιρίζεται ή να μετασχηματίζεται. Ακόμη και εκείνοι με ειλικρινείς προθέσεις αλλάζουν από τους ίδιους τους θεσμούς που ήλπιζαν να χρησιμοποιήσουν. Όσο περισσότερο απορροφώνται οι ριζοσπάστες, τόσο περισσότερο μοιάζουν με αυτό στο οποίο κάποτε αντιτάχθηκαν.
Τα μέσα διαμορφώνουν τους σκοπούς. Δεν μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τις ταξικές δομές για να οικοδομήσετε μια αταξική κοινωνία.
Ο δρόμος μπροστά μας είναι φτιαγμένος από τις επιλογές και τους αγώνες που αναλαμβάνουμε σήμερα, γιατί τα εργαλεία που χρησιμοποιούμε διαμορφώνουν τον κόσμο που δημιουργούμε. Ξεκινά με την αναγνώριση ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε έτσι και ότι δεν είμαστε υποχρεωμένοι να ζήσουμε έτσι. Η εργατική τάξη έχει ήδη τη δύναμη να αλλάξει τα πάντα. Αυτή η δύναμη αυξάνεται μόνο όταν οργανωνόμαστε συνειδητά, συλλογικά και από τα κάτω.
*Το κείμενο είναι από το πρώτο τεύχος του Picket Line, οργάνου της Anarchist Communist Federation (ACF). Σε ηλεκτρονική μορφή βρίσκεται εδώ: https://ancomfed.org/2025/04/why-we-need-a-revolution/ Μετάφραση: Ούτε Θεός Ούτε Αφέντης.
Η Κομμούνα της Στράντζας
Η Κομμούνα της Στράντζας και ο Μιχαήλ Γκερντζίκοφ
Του Γιάβορ Ταρίνσκι
Στις 26 Ιανουαρίου του 1877, γεννιέται ο Βούλγαρος αναρχικός Μιχαήλ Γκερντζίκοφ, ιδρυτής της Κεντρικής Επαναστατικής Μακεδονικής Επιτροπής και μέλος της Εσωτερικής Μακεδονικής Αδριανουπολίτικης Επαναστατικής Οργάνωσης (αργότερα ΕΜΕΟ ή ВМРО). Υπήρξε από τους πρωτεργάτες του μακεδονικού απελευθερωτικoύ αγώνα του 19ου-20ού αιώνα. Κορυφαία στιγμή της δραστηριότητάς του αποτελεί η ενεργός συμμετοχή του στην ίδρυση της Κομμούνας της Στράντζας, γνωστής επίσης και ως Δημοκρατία της Στράντζας. Πρόκειται για άλλο ένα κομμάτι της βαλκανικής ιστορίας το οποίο θάβεται από την επίσημη ιστοριογραφία. Είναι άλλο ένα στιγμιότυπο από την ιστορία των από-τα-κάτω, όπως η άγνωστη περίπτωση του νησιού Άντα Καλέ. Τέτοιες στιγμές της ιστορίας είναι σημαντικές ώστε να μπορέσουμε να ξαναφανταστούμε τα Βαλκάνια, όχι ως το σημερινό προπύργιο των εθνικισμών και του σοβινισμού, αλλά ως μια δυνατότητα ειρηνικής και αλληλέγγυας συνύπαρξης.
Η Κομμούνα της Στράντζας υπήρξε ένα βραχύβιο πείραμα, με ξεκάθαρα ελευθεριακά χαρακτηριστικά, στο εν λόγω βουνό που βρίσκεται στη σημερινή νοτιοανατολική Βουλγαρία και στο ευρωπαϊκό τμήμα της Τουρκίας. Η δημιουργία της ανακηρύχθηκε στα μέσα Αυγούστου του 1903, εν μέσω της εξέγερσης του Ίλιντεν –ενός αυτονομιστικού αγροτικού ξεσηκωμού ενάντια στην οθωμανική διοίκηση και υπέρ μιας αυτόνομης πολυεθνικής Μακεδονίας–, από αντάρτες της Εσωτερικής Μακεδονικής Αδριανουπολίτικης Επαναστατικής Οργάνωσης, της οποίας τότε διοικητής είναι ο μεγάλος και σπουδαίος αναρχικός Μιχαήλ Γκερντζίκοφ. Η Κομμούνα αυτή περιλάμβανε τις πόλεις Βασιλικό, Αγαθούπολη καθώς και άλλους μικρότερους οικισμούς και χωριά στο βουνό Στράντζα.
Έπειτα από μία σειρά επιτυχημένων μαζικών τοπικών εξεγέρσεων, υποστηριζόμενων από αντάρτικες ενέργειες, μεγάλο τμήμα της ανατολικής Θράκης βρίσκεται υπό τον έλεγχο των ανταρτών του Γκερντζίκοφ.
Γύρω από την ορεινή περιοχή της Στράντζας και για τρεις εβδομάδες ο κόσμος γιορτάζει.
Ιδρύεται μια νέα κοινότητα, βασισμένη στις αξίες της ελευθερίας, της ισότητας, της αδελφοσύνης. Όλα τα ζητήματα σε πόλεις και χωριά φέρονται σε λαϊκές ψηφοφορίες και οι παλιές διαμάχες μεταξύ των ντόπιων βουλγαρικών και ελληνικών πληθυσμών έχουν μείνει πίσω. Καίγονται τα όλα φορολογικά μητρώα. Για περισσότερο από 20 ημέρες η Κομμούνα της Στράντζας λειτουργεί με έναν εντελώς ελευθεριακό τρόπο, με την απουσία κάθε είδους κρατικής εξουσίας.
Αυτό γίνεται εμφανές και από τη στρατιωτική δομή των ανταρτών. Το ηγετικό της όργανο δεν είναι κάποιου είδους στρατιωτικό αρχηγείο, αλλά το «Κύριο Συντονιστικό Μαχητικό Σώμα». Με αυτόν τον τρόπο, οι αντάρτες υποδεικνύουν δύο πράγματα –ότι αυτό το όργανο έχει μόνο προσωρινό χαρακτήρα (δηλαδή όσο διαρκούν οι μάχες) και δεύτερον, ότι έχει καθαρά συντονιστικό ρόλο στην επανάσταση. Ο Χρίστο Στογιάνοφ, μαθητής του Γκερντζίκοφ, αναφέρει πως οι αντάρτες δεν το ονόμασαν «αρχηγείο» γιατί δεν ήθελαν να «βρομάει» μιλιταρισμό.[1]
Ένα ελευθεριακό στοιχείο της εξέγερσης αυτής είναι το ότι δεν τίθεται ποτέ ζήτημα συγκεντρωτισμού της εξουσίας. Οι άνθρωποι των απελευθερωμένων οικισμών δημιουργούν συμβούλια/επιτροπές αντί της εκλογής δημάρχων/αντιπροσώπων. Ο ρόλος των πρώτων είναι να συντονίζουν, ενώ των δεύτερων να κυβερνούν. Αυτά τα συμβούλια και οι επιτροπές λειτουργούν υπό τον έλεγχο του επαναστατημένου λαού, καθώς η πραγματική εξουσία έχει ανακτηθεί από αυτόν.
Πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχουν πολλές ομοιότητες μεταξύ της στάσης του Γκερντζίκοφ για τη ριζική ενδυνάμωση του λαού και του μαχνοβίτικου κινήματος στην Ουκρανία που ξεσπά 15 χρόνια μετά. Και οι δύο βλέπουν τον ρόλο των ανταρτών τους ως υποστηρικτικό και προσωρινό. Το ζήτημα της δημόσιας διοίκησης επαφίεται στα συμβούλια των τοπικών πληθυσμών. Σε ένα από τα κάλεσματά τους [2], οι μαχνοβίτες γράφουν ότι «Ο επαναστατικός-εξεγερτικός στρατός στοχεύει στο να βοηθήσει τους αγρότες και τους εργάτες […] μην επεμβαίνοντας στην πολιτική ζωή […] (και) καλεί τους εργάτες στην πόλη και στα περίχωρά της να προχωρήσουν στην αυτοοργάνωση […]»
Όσον αφορά τον τρόπο αναδιανομής της Κομμούνας της Στράντζας, ο Γκερντζίκοφ, αφού περιέγραψε τις πρώτες στρατιωτικές νίκες της εξέγερσης, γράφει: «Αρχίσαμε να οργανωνόμαστε εσωτερικά με κάποιο τρόπο… Ο πληθυσμός ήταν χαρούμενος, στα χωριά οι άνθρωποι γιόρταζαν. Δεν υπήρχε “δικό μου-δικό σου”: στα δάση είχαμε ετοιμάσει αποθήκες. Όλες οι σοδειές συγκεντρώνονταν σε αυτά τα κοινά κτίρια. Και τα βοοειδή ήταν πλέον κοινά… Γράψαμε μια ανακοίνωση στα ελληνικά, στην οποία δηλώναμε ότι δεν πολεμάμε για να αποκαταστήσουμε το βουλγαρικό βασίλειο και να καταλάβουμε εδάφη, αλλά μόνο για τα ανθρώπινα δικαιώματα, και ότι οι Έλληνες χρειάζονται επίσης αυτά, ας μας στηρίξουν ηθικά και υλικά…»[3]
Στα απομνημονεύματά του [4] ο Γκερντζίκοφ θυμάται ένα συγκεκριμένο παράδειγμα απαλλοτρίωσης και αναδιανομής αγαθών: στην πόλη Αγαθούπολη υπήρχε ένα εργοστάσιο αλατιού, όπου εκείνη την εποχή αποθηκεύονταν πάνω από 200.000 κιλά αλάτι. Τα χωριά της περιοχής ήταν φτωχά και είχαν ανάγκη από αλάτι, και έτσι ο Γκερτζίκοφ και οι αντάρτες του εισέβαλαν στο εργοστάσιο και το άφησαν ανοιχτό για να πάρουν οι χωρικοί το αλάτι και να το μοιράσουν οι ίδιοι.
Η Κομμούνα της Στράντζας λειτούργησε από την αρχή της εξέγερσης και έως τα τέλη Αυγούστου 1903, όταν το τεράστιο κύμα του οθωμανικού στρατού αποτελούμενο από 40.000 στρατιώτες –καλά οπλισμένο με πεζικό, ιππικό και πυροβολικό– συντρίβει την αντίσταση του ντόπιου πληθυσμού.
Ο Γκερντζίκοφ, και κάποιοι από τους αντάρτες του, καταφέρνουν να διαφύγουν στη Βουλγαρία. Εκεί ο αναρχικός θα συνεχίσει να προπαγανδίζει τις ιδέες του μέσα από εφημερίδες που θα εκδώσει όπως η «Ελεύθερη Κοινωνία», η «Αντιεξουσία» και άλλες. Το 1910, ο Γκερντζίκοφ μαζί με έναν άλλο αναρχικό –τον Πάβελ Ντελιράντεφ– θα γράψουν την αντιμιλιταριστική μπροσούρα «Πόλεμος ή Επανάσταση». Το 1912 θα ηγηθεί και πάλι μιας αντάρτικης ομάδας στην περιοχή της Στράντζας, αυτή τη φορά κατά τη διάρκεια του Βαλκανικού Πολέμου. Αργότερα, το 1919, θα είναι μεταξύ των συνιδρυτών της Ομοσπονδίας Αναρχοκομμουνιστών στη Βουλγαρία.
Μετά την εγκαθίδρυση του μοναρχοφασιστικού πραξικοπήματος το 1923, αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη χώρα και να ζήσει στο Βελιγράδι, στη Βιέννη και στο Βερολίνο. Με την αλλαγή καθεστώτος στις 9 Σεπτεμβρίου 1944, ο Γκερτζίκοφ επιστρέφει στη Βουλγαρία και καλεί τους συντρόφους του να υποστηρίξουν το νέο σοσιαλιστικό σύστημα, μόνο για να απογοητευτεί πολύ σύντομα από αυτό και να ανακαλέσει την υποστήριξή του. Το 1947, μάλιστα, θα αρνηθεί κατηγορηματικά να προταθεί ο ίδιος από το καθεστώς για απονομή βραβείου για τη συμμετοχή του στην εξέγερση του Ίλιντεν.[5] Θεωρεί ανήθικο να βραβευτεί από μια εξουσία που κρατά τους συντρόφους του αναρχικούς υπό κράτηση. Η αποφυλάκισή τους θα ήταν η καλύτερη ανταμοιβή για αυτόν. Θα πεθάνει σε βαθιά γεράματα το 1947 στην πόλη της Σόφιας.
[1] http://www.savanne.ch/svoboda/anarchy/history/IlindPreobr.html
[2] „Към цялото трудещо се население на град Александровск и околността му“, 7 октомври 1919 г.
[3] http://www.savanne.ch/svoboda/anarchy/history/IlindPreobr.html
[4] http://macedonia.kroraina.com/ilpr1968/ilpr1968_5.html
[5] http://macedonia.kroraina.com/giliev/mg/mg_predg.htm
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Георги Хаджиев: Националното освобождение и безвластният федерализъм (София: Артиздат-5, 1992).
Михаил Герджиков: “Въ Македония и Одринско: Спомени на Михаилъ Герджиковъ” в Материяли за историята на македонското освободително движение, книга IX (София: Македонски Наученъ Институтъ, 1927).
Христо Силянов: Спомени от Странджа. Бележки по Преображенското въстание в Одринско — 1903 г. (София: Полиграфи а.д., 1934).
Надежда Недкова, Евдокия Петрова (съст.): Михаил Γерджиков и подвигът на тракийци 1903 г. (София: Университетско издателство „Св. Климент Охридски“, 2002).
https://www.aftoleksi.gr/2022/01/26/kommoyna-tis-strantzas-o-michail-gkerntzikof/?fbclid=IwAR2sEIB08s6Q5yDVznqqPkLtBlEWHvJc1KO4h3QlJ7f9tnL3n6Odd49zuyU
Του Γιάβορ Ταρίνσκι
Στις 26 Ιανουαρίου του 1877, γεννιέται ο Βούλγαρος αναρχικός Μιχαήλ Γκερντζίκοφ, ιδρυτής της Κεντρικής Επαναστατικής Μακεδονικής Επιτροπής και μέλος της Εσωτερικής Μακεδονικής Αδριανουπολίτικης Επαναστατικής Οργάνωσης (αργότερα ΕΜΕΟ ή ВМРО). Υπήρξε από τους πρωτεργάτες του μακεδονικού απελευθερωτικoύ αγώνα του 19ου-20ού αιώνα. Κορυφαία στιγμή της δραστηριότητάς του αποτελεί η ενεργός συμμετοχή του στην ίδρυση της Κομμούνας της Στράντζας, γνωστής επίσης και ως Δημοκρατία της Στράντζας. Πρόκειται για άλλο ένα κομμάτι της βαλκανικής ιστορίας το οποίο θάβεται από την επίσημη ιστοριογραφία. Είναι άλλο ένα στιγμιότυπο από την ιστορία των από-τα-κάτω, όπως η άγνωστη περίπτωση του νησιού Άντα Καλέ. Τέτοιες στιγμές της ιστορίας είναι σημαντικές ώστε να μπορέσουμε να ξαναφανταστούμε τα Βαλκάνια, όχι ως το σημερινό προπύργιο των εθνικισμών και του σοβινισμού, αλλά ως μια δυνατότητα ειρηνικής και αλληλέγγυας συνύπαρξης.
Η Κομμούνα της Στράντζας υπήρξε ένα βραχύβιο πείραμα, με ξεκάθαρα ελευθεριακά χαρακτηριστικά, στο εν λόγω βουνό που βρίσκεται στη σημερινή νοτιοανατολική Βουλγαρία και στο ευρωπαϊκό τμήμα της Τουρκίας. Η δημιουργία της ανακηρύχθηκε στα μέσα Αυγούστου του 1903, εν μέσω της εξέγερσης του Ίλιντεν –ενός αυτονομιστικού αγροτικού ξεσηκωμού ενάντια στην οθωμανική διοίκηση και υπέρ μιας αυτόνομης πολυεθνικής Μακεδονίας–, από αντάρτες της Εσωτερικής Μακεδονικής Αδριανουπολίτικης Επαναστατικής Οργάνωσης, της οποίας τότε διοικητής είναι ο μεγάλος και σπουδαίος αναρχικός Μιχαήλ Γκερντζίκοφ. Η Κομμούνα αυτή περιλάμβανε τις πόλεις Βασιλικό, Αγαθούπολη καθώς και άλλους μικρότερους οικισμούς και χωριά στο βουνό Στράντζα.
Έπειτα από μία σειρά επιτυχημένων μαζικών τοπικών εξεγέρσεων, υποστηριζόμενων από αντάρτικες ενέργειες, μεγάλο τμήμα της ανατολικής Θράκης βρίσκεται υπό τον έλεγχο των ανταρτών του Γκερντζίκοφ.
Γύρω από την ορεινή περιοχή της Στράντζας και για τρεις εβδομάδες ο κόσμος γιορτάζει.
Ιδρύεται μια νέα κοινότητα, βασισμένη στις αξίες της ελευθερίας, της ισότητας, της αδελφοσύνης. Όλα τα ζητήματα σε πόλεις και χωριά φέρονται σε λαϊκές ψηφοφορίες και οι παλιές διαμάχες μεταξύ των ντόπιων βουλγαρικών και ελληνικών πληθυσμών έχουν μείνει πίσω. Καίγονται τα όλα φορολογικά μητρώα. Για περισσότερο από 20 ημέρες η Κομμούνα της Στράντζας λειτουργεί με έναν εντελώς ελευθεριακό τρόπο, με την απουσία κάθε είδους κρατικής εξουσίας.
Αυτό γίνεται εμφανές και από τη στρατιωτική δομή των ανταρτών. Το ηγετικό της όργανο δεν είναι κάποιου είδους στρατιωτικό αρχηγείο, αλλά το «Κύριο Συντονιστικό Μαχητικό Σώμα». Με αυτόν τον τρόπο, οι αντάρτες υποδεικνύουν δύο πράγματα –ότι αυτό το όργανο έχει μόνο προσωρινό χαρακτήρα (δηλαδή όσο διαρκούν οι μάχες) και δεύτερον, ότι έχει καθαρά συντονιστικό ρόλο στην επανάσταση. Ο Χρίστο Στογιάνοφ, μαθητής του Γκερντζίκοφ, αναφέρει πως οι αντάρτες δεν το ονόμασαν «αρχηγείο» γιατί δεν ήθελαν να «βρομάει» μιλιταρισμό.[1]
Ένα ελευθεριακό στοιχείο της εξέγερσης αυτής είναι το ότι δεν τίθεται ποτέ ζήτημα συγκεντρωτισμού της εξουσίας. Οι άνθρωποι των απελευθερωμένων οικισμών δημιουργούν συμβούλια/επιτροπές αντί της εκλογής δημάρχων/αντιπροσώπων. Ο ρόλος των πρώτων είναι να συντονίζουν, ενώ των δεύτερων να κυβερνούν. Αυτά τα συμβούλια και οι επιτροπές λειτουργούν υπό τον έλεγχο του επαναστατημένου λαού, καθώς η πραγματική εξουσία έχει ανακτηθεί από αυτόν.
Πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχουν πολλές ομοιότητες μεταξύ της στάσης του Γκερντζίκοφ για τη ριζική ενδυνάμωση του λαού και του μαχνοβίτικου κινήματος στην Ουκρανία που ξεσπά 15 χρόνια μετά. Και οι δύο βλέπουν τον ρόλο των ανταρτών τους ως υποστηρικτικό και προσωρινό. Το ζήτημα της δημόσιας διοίκησης επαφίεται στα συμβούλια των τοπικών πληθυσμών. Σε ένα από τα κάλεσματά τους [2], οι μαχνοβίτες γράφουν ότι «Ο επαναστατικός-εξεγερτικός στρατός στοχεύει στο να βοηθήσει τους αγρότες και τους εργάτες […] μην επεμβαίνοντας στην πολιτική ζωή […] (και) καλεί τους εργάτες στην πόλη και στα περίχωρά της να προχωρήσουν στην αυτοοργάνωση […]»
Όσον αφορά τον τρόπο αναδιανομής της Κομμούνας της Στράντζας, ο Γκερντζίκοφ, αφού περιέγραψε τις πρώτες στρατιωτικές νίκες της εξέγερσης, γράφει: «Αρχίσαμε να οργανωνόμαστε εσωτερικά με κάποιο τρόπο… Ο πληθυσμός ήταν χαρούμενος, στα χωριά οι άνθρωποι γιόρταζαν. Δεν υπήρχε “δικό μου-δικό σου”: στα δάση είχαμε ετοιμάσει αποθήκες. Όλες οι σοδειές συγκεντρώνονταν σε αυτά τα κοινά κτίρια. Και τα βοοειδή ήταν πλέον κοινά… Γράψαμε μια ανακοίνωση στα ελληνικά, στην οποία δηλώναμε ότι δεν πολεμάμε για να αποκαταστήσουμε το βουλγαρικό βασίλειο και να καταλάβουμε εδάφη, αλλά μόνο για τα ανθρώπινα δικαιώματα, και ότι οι Έλληνες χρειάζονται επίσης αυτά, ας μας στηρίξουν ηθικά και υλικά…»[3]
Στα απομνημονεύματά του [4] ο Γκερντζίκοφ θυμάται ένα συγκεκριμένο παράδειγμα απαλλοτρίωσης και αναδιανομής αγαθών: στην πόλη Αγαθούπολη υπήρχε ένα εργοστάσιο αλατιού, όπου εκείνη την εποχή αποθηκεύονταν πάνω από 200.000 κιλά αλάτι. Τα χωριά της περιοχής ήταν φτωχά και είχαν ανάγκη από αλάτι, και έτσι ο Γκερτζίκοφ και οι αντάρτες του εισέβαλαν στο εργοστάσιο και το άφησαν ανοιχτό για να πάρουν οι χωρικοί το αλάτι και να το μοιράσουν οι ίδιοι.
Η Κομμούνα της Στράντζας λειτούργησε από την αρχή της εξέγερσης και έως τα τέλη Αυγούστου 1903, όταν το τεράστιο κύμα του οθωμανικού στρατού αποτελούμενο από 40.000 στρατιώτες –καλά οπλισμένο με πεζικό, ιππικό και πυροβολικό– συντρίβει την αντίσταση του ντόπιου πληθυσμού.
Ο Γκερντζίκοφ, και κάποιοι από τους αντάρτες του, καταφέρνουν να διαφύγουν στη Βουλγαρία. Εκεί ο αναρχικός θα συνεχίσει να προπαγανδίζει τις ιδέες του μέσα από εφημερίδες που θα εκδώσει όπως η «Ελεύθερη Κοινωνία», η «Αντιεξουσία» και άλλες. Το 1910, ο Γκερντζίκοφ μαζί με έναν άλλο αναρχικό –τον Πάβελ Ντελιράντεφ– θα γράψουν την αντιμιλιταριστική μπροσούρα «Πόλεμος ή Επανάσταση». Το 1912 θα ηγηθεί και πάλι μιας αντάρτικης ομάδας στην περιοχή της Στράντζας, αυτή τη φορά κατά τη διάρκεια του Βαλκανικού Πολέμου. Αργότερα, το 1919, θα είναι μεταξύ των συνιδρυτών της Ομοσπονδίας Αναρχοκομμουνιστών στη Βουλγαρία.
Μετά την εγκαθίδρυση του μοναρχοφασιστικού πραξικοπήματος το 1923, αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη χώρα και να ζήσει στο Βελιγράδι, στη Βιέννη και στο Βερολίνο. Με την αλλαγή καθεστώτος στις 9 Σεπτεμβρίου 1944, ο Γκερτζίκοφ επιστρέφει στη Βουλγαρία και καλεί τους συντρόφους του να υποστηρίξουν το νέο σοσιαλιστικό σύστημα, μόνο για να απογοητευτεί πολύ σύντομα από αυτό και να ανακαλέσει την υποστήριξή του. Το 1947, μάλιστα, θα αρνηθεί κατηγορηματικά να προταθεί ο ίδιος από το καθεστώς για απονομή βραβείου για τη συμμετοχή του στην εξέγερση του Ίλιντεν.[5] Θεωρεί ανήθικο να βραβευτεί από μια εξουσία που κρατά τους συντρόφους του αναρχικούς υπό κράτηση. Η αποφυλάκισή τους θα ήταν η καλύτερη ανταμοιβή για αυτόν. Θα πεθάνει σε βαθιά γεράματα το 1947 στην πόλη της Σόφιας.
[1] http://www.savanne.ch/svoboda/anarchy/history/IlindPreobr.html
[2] „Към цялото трудещо се население на град Александровск и околността му“, 7 октомври 1919 г.
[3] http://www.savanne.ch/svoboda/anarchy/history/IlindPreobr.html
[4] http://macedonia.kroraina.com/ilpr1968/ilpr1968_5.html
[5] http://macedonia.kroraina.com/giliev/mg/mg_predg.htm
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Георги Хаджиев: Националното освобождение и безвластният федерализъм (София: Артиздат-5, 1992).
Михаил Герджиков: “Въ Македония и Одринско: Спомени на Михаилъ Герджиковъ” в Материяли за историята на македонското освободително движение, книга IX (София: Македонски Наученъ Институтъ, 1927).
Христо Силянов: Спомени от Странджа. Бележки по Преображенското въстание в Одринско — 1903 г. (София: Полиграфи а.д., 1934).
Надежда Недкова, Евдокия Петрова (съст.): Михаил Γерджиков и подвигът на тракийци 1903 г. (София: Университетско издателство „Св. Климент Охридски“, 2002).
https://www.aftoleksi.gr/2022/01/26/kommoyna-tis-strantzas-o-michail-gkerntzikof/?fbclid=IwAR2sEIB08s6Q5yDVznqqPkLtBlEWHvJc1KO4h3QlJ7f9tnL3n6Odd49zuyU
mihail_gerdzhikov.jpg

strandzha.png

strandzha1.jpg

-
No hay más artículos